Υπάρχει μία συμφωνία, που μπορεί να δώσει μία προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον, με την τήρηση όμως ακόμη και επαχθών όρων όπως η περικοπή των συντάξεων και η διατήρηση του ΕΝΦΙΑ.
Με την έξοδο από το πρόγραμμα, δεν τελειώνουν οι υποχρεώσεις της χώρας, καθώς θα εφαρμοστεί αυστηρή εποπτεία, με τριμηνιαίες επιθεωρήσεις, σχετικά με τις δεσμεύσεις που έχουμε έναντι των δανειστών και την ικανοποίηση των δημοσιονομικών στόχων. Η εξασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους, «περνά» μέσα από τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και τη συνετή δημοσιονομική πολιτική για αρκετά χρόνια ακόμη.
Η επιτυχής ολοκλήρωση του προγράμματος, δεν είναι στα χέρια ούτε τη ίδιας της κυβέρνησης, αλλά των αγορών και την εμπιστοσύνη που θα δείξουν τελικά απέναντι στην Ελλάδα.
Μονόδρομος για την τήρηση των υψηλών πλεονασμάτων είναι μόνο η ανάπτυξη. Η παροχή κινήτρων για την αναβάθμιση των υπαρχόντων επιχειρήσεων με νέες τεχνολογίες και η δημιουργία νέων μονάδων για την απασχόληση όσο γίνεται μεγαλύτερου αριθμού ανέργων. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα δημιουργηθεί νέα δυναμική στην αγορά και θα υπάρξει ρευστότητα που θα τονώσει την κατανάλωση.
Είναι απαραίτητες οι ξένες επενδύσεις στη χώρα. Αυτό θα δείξει εμπιστοσύνη, που στη συνέχεια θα κινητοποιήσει και τις αγορές υπέρ της Ελλάδας. Προς αυτήν την κατεύθυνση, το Β.Ε.Α. έχει πολλάκις επισημάνει την ανάγκη μείωσης του μη μισθολογικού κόστους, αλλά και της εφαρμογής χαμηλότερων ποσοστών φορολογίας για τους συνεπείς επιχειρηματίες.
Θα πρέπει να τηρηθούν όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ των δυο μερών, αλλά ταυτόχρονα η χώρα να εφαρμόσει τη δική της αναπτυξιακή πολιτική, για να τηρηθούν οι στόχοι των συνεχών υψηλών πλεονασμάτων. Σε διαφορετική περίπτωση, για άλλη μια φορά θα βρεθούμε εγκλωβισμένοι στο σπιράλ λιτότητας και περικοπών των τελευταίων 8 χρόνων.
